ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ - (σελ. 43)

Η ΠΡΩΤΗ ΗΧΟΛΗΨΙΑ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΡΕΤΑΙΟΣ

Μετά από πολύμηνες εξοντωτικές πρόβες ετοιμαστήκαμε για την πρώτη ηχοληψία, το 1935. Εδώ θα περιγράψω τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στο μοναδικό εργοστάσιο παραγωγής δίσκων της Ελλάδος, που λεγόταν Κολούμπια. Ήταν στη Ριζούπολη, δίπλα στο γήπεδο του Απόλλωνα.

Για την κατασκευή των δίσκων εκείνης της εποχής χρησιμοποιείτο ένα υλικό που το έλεγαν κοβάλτιο. Μετά τον πόλεμο και την παραγωγή των ατομικών όπλων, οι Αμερικανοί κατηγόρησαν τους Ρώσους ότι παρήγαγαν τις βρώμικες ατομικές βόμβες από κοβάλτιο. Όλοι λοιπόν οι διάδρομοι του εργοστασίου ήταν στρωμένοι με καρβουνίδι όπως το λέγαμε εμείς τότε από άγνοια βέβαια. Καρβουνίδι που έμοιαζε με γαρμπίλι.

Εκεί λοιπόν περνούσαμε άπειρες ώρες, περιμένοντας με υπομονή, μέχρι να έρθει η δική μας σειρά να μπούμε για ηχοληψία. Το εργοστάσιο αποτελείτο από μία αίθουσα ηχοληψίας και τέσσερα συγκροτήματα κτισμάτων για επεξεργασία και παραγωγή. Τώρα πια είναι ένας κολοσσιαίος χώρος κτισμάτων όπως διαπίστωσα σε μία επίσκεψή μου πριν χρόνια. Στο μικρό καφενεδάκι της Κολούμπια μαζευόμαστε όλων των ειδών και ποιοτήτων μουσικοί και τραγουδιστές. Μουσικοί τιτάνες και μουσικοί νάνοι, μαέστροι με εξακόσια διπλώματα και κλαρινετζήδες που αν τους έλεγες τη νότα «ρε» θα σε έστελναν στο διάολο…ευρωπαϊστές, ρεμπέτες, ηπειρώτες, βλάχοι, αρμένιοι, πόντιοι, ακόμα και άραβες που ερχόντουσαν και ηχογραφούσαν στην Ελλάδα και όπου για να ξεβρομίσει η αίθουσα της ηχοληψίας από το χασίσι και το αλκοόλ, έπρεπε να περάσουν τρία μερόνυχτα.

Δεν νομίζω να υπάρχει άλλος λαός στη γη που να έχει τόσα είδη μουσικής. Με την άφιξη δε των Μικρασιατών προστέθηκαν ακόμα περισσότερα είδη μουσικής και χορών. Έχω και δημοσιεύω φωτοτυπία γενικών προπολεμικών καταλόγων δίσκων που συμπεριλαμβάνουν και τουρκικούς δίσκους.

Εγώ παιδί 15-16 ετών, έγινα φίλος με όλους μην έχοντας τίποτα να μοιράσω μαζί τους, αργότερα δε συνεργάστηκα με πολλούς από αυτούς τους τιτάνες και νάνους. Ζήσαμε και πεθαίνουμε φίλοι.

Στην μακρόχρονη ζωή μου γνώρισα κόσμο και κοσμάκη από πολιτικούς, μεγαλοβιομήχανους, εφοπλιστές, πνευματικούς γίγαντες, μέχρι δολοφόνους με υπερατλαντικές περγαμηνές. Εν ολίγοις, από ανθρώπους μέχρι ανθρωποειδή. Ο αναμάρτητος…Τέτοιος όμως δεν υπάρχει αν σκεφθεί κανείς ότι ο ποιητής των «Αθλίων» Βίκτωρ Ουγκώ στα 73 χρόνια του κατηγορήθηκε για μοιχεία.

Την απόλυτη σημασία της λέξης «κύριος» την βρήκα σε έναν συνάνθρωπό μου ο οποίος ελέγετο Ευάγγελος Αρεταίος. Ήταν ο μοναδικός ηχολήπτης των τεσσάρων τότε εταιρειών δίσκων. Τα χρόνια εκείνα υπήρχε μια αρρώστια, όπως λέμε σήμερα η κακιά αρρώστια. Ήταν το χτικιό, η φυματίωση.

Ο άνθρωπος αυτός είχε προσβληθεί από αυτή την ασθένεια και θυμάμαι πριν από τον πόλεμο που κατέβαινε από το νοσοκομείο και ερχόταν να εργαστεί με υπομονή, αξιοπρέπεια, ανθρωπιά και ευγένεια που συναντά μια φορά κανείς στη ζωή του. Απ αυτό το ανθρώπινο διαμάντι ξεκινούσαν όλα όσα είχαν σχέση με την ηχοληψία.

Σε μια γωνίτσα τέσσερα επί τέσσερα, ήτανε δεν ήτανε, είχε τα όργανα που χρειαζόταν για να κάνει την τόσο λεπτή δουλειά του. Μπροστά του είχε ένα δείκτη σαν μανόμετρο της εντάσεως του ήχου. Λίγο πιο πάνω από αυτό υπήρχε ένα μηχάνημα κυλινδρικό όσο ένας δίσκος της εποχής. Εκεί τοποθετούσε έναν κέρινο δίσκο πάνω στον οποίο έγραφε τη μουσική και το τραγούδι. Εμείς αυτό το δίσκο τον λέγαμε κερί αλλά δεν ήταν μόνο από κερί. Περιείχε και άλλα συστατικά περίπλοκα που όμως όλα μαζί έμοιαζαν με κερί. Ένας κέρινος δίσκος πάχους τεσσάρων ως πέντε πόντων τοποθετείτο πάνω σε έναν άλλο μεταλλικό δίσκο και ύστερα άρχιζε ο Κύριος Αρεταίος το ζύγισμα με χαρτάκια που έβαζε όπου έκρινε σκόπιμο. Βλέπετε τότε δεν υπήρχαν όργανα ακριβείας. Ισοζύγιζε λοιπόν τον κέρινο δίσκο, βάζοντας κάνα χαρτάκι δεξιά και αριστερά, μέχρι να τον ισιώσει.

Μπροστά του υπήρχε ένα παραθυράκι και από κει έβλεπε τα γενόμενα εντός της αιθούσης ηχοληψίας που ήταν 12 επί 20 μέτρα περίπου. Πάνω από το παραθυράκι υπήρχε ένας μικρός φωτεινός πίνακας. Μη διαρκούσης της ηχοληψίας ήταν λευκός. Μετά όμως από τρία-τέσσερα κουδουνίσματα που έδινε ο Κύριος Αρεταίος από μέσα, γινόταν νεκρική σιγή έξω. Τότε άναβε ένα κόκκινο φως και άρχιζε η εκτέλεση που πολλές φορές ήταν… θανατική γιατί χαλούσε το κερί και έπρεπε να αρχίσει η διαδικασία από τη αρχή. Άλλο κερί, άλλο ζύγισμα και ξανά πάλι... Το κόκκινο φως υπήρχε μέσα και έξω από τις διάφορες πόρτες της αιθούσης ηχοληψίας ώστε να μην μπορεί να μπει κάποιος την ώρα που γινόταν εγγραφή. Μετά το άναμμα του κόκκινου φωτός ο ηχολήπτης κατέβαζε- με μηχανικό βέβαια τρόπο- μια διαμαντένια βελόνα, καθαρό διαμάντι. Αυτή λοιπόν έγραφε πάνω στον κέρινο δίσκο τον ήχο που έπαιρνε από την αίθουσα ηχοληψίας.

Αν παρ ελπίδα κάποιο όργανο ή φωνή έδειχνε στο μανόμετρο που προανέφερα ότι πέρασε το μέσο επιτρεπτό όριο, τότε σταματούσε η ηχοληψία γιατί το διαμάντι χωνόταν πολύ βαθιά μέσα στο κερί και ο μελλοντικός δίσκος είχε μια βαθιά χάραξη και αν παιζόταν πάνω από δέκα φορές χαλούσε, γιατί μέσα από αυτό το αμάγαλμα το βασικό υλικό ήταν χαρτόνι. Καταστρεφόταν λοιπόν το εξωτερικό υλικό, φαινόταν μέσα το χαρτόνι και έτσι ο δίσκος ήταν για πέταμα. Όμως ο δίσκος τότε έκανε 85 δραχμές και 85 δραχμές ήταν υπολογίσιμο ποσό για την εποχή.

Είναι ευκαιρία να καταλάβουν οι νεώτεροι συνάδελφοι γιατί οι τραγουδιστές εκείνης της δύσκολης εποχής αναγκάζονταν να τραγουδούν με ψεύτικη φωνή, ώστε να μην χαράξει το διαμάντι πολύ βαθιά το κερί.

Κάτι άλλο που ίσως τώρα να φαίνεται απίστευτο και αστείο μαζί, είναι ότι στην αίθουσα ηχοληψίας υπήρχε μόνο ένα μικρόφωνο, και όταν έπαιζε η ορχήστρα τα μέρη της, έπρεπε ο τραγουδιστής να σκύψει, να γονατίσει ώστε το μοναδικό μικρόφωνο να παίρνει την μπάντα…Μια φορά μάλιστα μια τραγουδίστρια, που δεν ονομάζω, έπεσε ανάσκελα και σκάσαμε στα γέλια…Όλα αυτά τα γράφω λεπτομερώς για να καταλάβουν οι απλοί άνθρωποι αλλά και οι σημερινοί συνάδελφοι κάτω από ποιες συνθήκες ζήσαμε και δημιουργήσαμε ό,τι ακούγεται σήμερα από λίγες δυστυχώς εκπομπές. Μπορεί βέβαια πριν από μας να υπήρχαν χειρότερες συνθήκες, αν και αμφιβάλλω. Απ ό,τι θυμάμαι οι πριν από εμάς όχι στην Ελλάδα βέβαια, πριν το 1930 τραγουδούσαν μέσα σε ένα χωνί γραμμοφώνου και η φωνή τυπωνόταν πάνω σε έναν κύλινδρο. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ στην πατρίδα μας.

Παρ όλες τις κάκιστες καταστάσεις ο Κύριος Αρεταίος δεν νευρίασε ποτέ, δεν δυσανασχέτησε ποτέ, δεν ακούστηκε από τα χείλη του πικρός λόγος ποτέ. Χωρίς ειρωνεία παίνευε και την κακή προσπάθεια του καθενός μας. Και μην ξεχνάτε τι λουλούδια πέρασαν από τα χέρια του... Συνεχίζω λοιπόν. Το κερί που ήταν ηχογραφημένο μεταφερόταν σε μια μεγάλη σκάφη σε άλλη βέβαια αίθουσα που γινόντουσαν προπαρασκευαστικές εργασίες. Η σκάφη ήταν γεμάτη από υγρά υλικά. Το κερί κατάλληλα τοποθετημένο πάνω σε μεταλλική βάση εκινείτο αργά πολλές ώρες, ίσως και μέρες, μέχρι να δημιουργηθεί πάνω του αυτό που λέει ο λαός γλίτσα. Τότε το έβγαζαν και το τοποθετούσαν πάνω σε άλλο πλατό με σχετική θερμότητα. Όταν λοιπόν η γλίτσα μεταμορφωνόταν σε μέταλλο ο δίσκος είχε γίνει μεταλλικός, σαν χρυσός δίσκος. Η φωνή είχε τυπωθεί πάνω στον μεταλλικό δίσκο και αυτός, ο «αρσενικός», μετέφερε τον ήχο στους απλούς δίσκους της αγοράς με μόνο μία μηχανική πίεση.

Και τώρα πίσω στον πρώτο δίσκο στον οποίο έλαβα μέρος με τους «Μποέμ», το χαβανέζικο συγκρότημα του Γιάννη του Βέλα.

Μέσα στην αίθουσα που ηχογραφούσαμε παίρναμε τις θέσεις που μας υποδείκνυε ο Κύριος Αρεταίος. Κουρδίζαμε τέλεια τα όργανά μας, βήχαμε για να είναι έτοιμες οι φωνές μας και περιμέναμε να ανάψει το κόκκινο φως για να αρχίσει η εκτέλεση. Όλοι νέοι και πρωτόπειροι τρέμαμε από το τρακ και εγώ περισσότερο γιατί ήμουν ο μικρότερος.

Μετά τέσσερα προειδοποιητικά κουδουνίσματα για απόλυτη ησυχία άναβε το κόκκινο φως στην αίθουσα καθώς και σε όλες τις πόρτες για να μην έχουμε οδυνηρές εκπλήξεις.

Το τρακ μας δημιουργούσε ψυχολογικό… τραλαλά. Με το κόκκινο φως άρχιζε η εκτέλεση. Το «άρχιζε» είναι μια λεπτομέρεια, γιατί μία χορδή αν έτριζε ή κάποιος αν φώναζε ή μιλούσε (γιατί συχνά συνέβαινε κι αυτό), τότε έσβηνε το κόκκινο φως και άρχιζε η διαδικασία από την αρχή. Ευτυχώς για μάς που υπήρχε το διαμάντι, ο κύριος Αρεταίος που με γέλιο και ευγένεια ηρεμούσε την κακή ψυχολογική μας κατάσταση. Τέλος, μετά από μερικές ώρες είχαμε τελειώσει εξαντλημένοι απ την ορθοστασία, το τρακ, τη δίψα, και καμιά φορά και την πείνα. Για να μην ξεχάσω, όταν ηχογραφήσαμε με τον Βέλα το «Όμορφο βουνό», υπήρχε μέσα στο τραγούδι μια «ντόινα», δηλαδή ένα σόλο δημώδες, όπως συνήθως παίζει το κλαρίνο στα δημοτικά τραγούδια. Τη ντόινα λοιπόν έπαιξε ο κιθαρίστας Παναγιωτόπουλος, αλλά χτύπαγε τόσο πολύ και τις άλλες χορδές που στο τέλος τις αφαιρέσαμε από την κιθάρα και έπαιξε τη ντόινα στη σολ…Από τότε τον ονομάσαμε κωλοτούμπα.

Άλλη μια τέτοια περίπτωση ντόινας έτυχε όταν γράφαμε ένα βλάχικο τραγούδι που έλεγα εγώ πριν από τον πόλεμο(δεν θυμάμαι τον τίτλο), όπου τη ντόινα έπαιξε ένας τυφλός κιθαρίστας που λεγόταν Στράτος, ένα διαμάντι ανθρώπινο που όλο γελούσε.