ΤΟ ΚΡΑΣΙ

                                         

Αυτοί που χάσανε το τραίνο της χαράς

γιατί αιώνια εμείναν φτωχαδάκια

κι αφού τον άνθρωπο μετράει ο παράς

αυτή τη ζήση ας τη μετρουν με ποτηράκια.

 

Κρασί ξανθό κρασί παληό και σώσμα κοκκινέλι

πιες σε μικρό ένα καπηλειό νά’ ναι η ζωή σου μέλι.

πιες το κρασί σου ταπεινά, πες και δυο τραγουδάκια

καπνοί να γίνουν οι καημοί και αγέρας τα μεράκια.

 

Ψυχρά μετράει του ανθρώπου το μυαλό

ζεστά μετράει η καρδιά με καλωσύνη

Άλλος μαζεύει το χρυσάφι πακτωλό

κι άλλος ξανθό κρασί το κάνει και το πίνει....

 

όταν το πίνω και ζαλίζω το μυαλό

μια σκέψη πάντοτε με τρώει σαν μαράζι

αυτός που έχει τον παρά απ΄ το κρασί

σαν τι πιο όμορφο στον κόσμο ν’  αγοράζει.