ΜΑΝΑ

 

Τα χειλάκια της μανούλας πικραμένα

μου είχαν πει ένα δείλι άντε στο καλό

και τα μάτια της τα χιλιολατρεμένα

κλαίγαν λυπημένα κάτω στό γιαλό.

 

Έφυγα μακριά της μες την ξενιτειά

κι έμεινε μονάχη μες τα γηρατειά/

 

Μα τα λόγια της τα τόσο πονεμένα

αντηχούν στ’ αυτιά μου σαν μια προσευχή

και τα μάτια της τα χιλιολατρεμένα

τά’χω φυλαχτό μου μέσα στην ψυχή.

 

Μάνα μιά λεξούλα τόση δα μα πόσο βάθος κρύβει

Μάνα μπρός τον δικό σου τον καημό κι ο πόνος το κεφάλι σκύβει

Μάνα που μεγαλώνεις τα παιδιά με τόσους πόνους και φροντίδες

κι αυτά σ’ αφήνουν μια βραδιά με μόνη σου παρηγοριά τις αναμνήσεις και ρυτίδες.

 

Η μανούλα δεν εκράτησε τον πόνο

και μια ωραία αυγούλα πριν ο ήλιος βγει

Η ψυχή της εφτερούγησε και μόνο

μ’άφησε να κλαίω σε μια ξένη γη.

 

Με θολή τη σκέψη και ψυχή βαριά

βλέπω τα όνειρά μου τώρα ρημαδιά

 

Σαν τα λόγια της τα τόσο πικραμένα

τα θυμάμαι πάντα πως μελαγχολώ

και τα μάτια της τα τόσο λατρεμένα

που΄ χαν κλάψει τότε κάτω στο γιαλό.