ΜΕΣ ΤΗ ΧΑΜΗΛΗ ΤΑΒΕΡΝΑ

 

Μες τη χαμηλή ταβέρνα της μικρής μας γειτονιάς

ένας κέρνα, άλλος κέρνα, βάσανα πού ’χει ο ντουνιάς.

Όλοι φίλοι εκεί μέσα και ο πλούσιος και ο φτωχός

μόνο ένας πάντα ξένος, σιωπηλός και μοναχός.

 

Πονεμένε φίλε ποιός καημός σε δέρνει

ποια χαμένη αγάπη τη χαρά σου παίρνει.

Ποια χαμένη αγάπη τη χαρά σου παίρνει

πονεμένε φίλε ποιός καημός σε δέρνει.

 

Μες τη χαμηλή ταβέρνα, σιγοπίνει, δεν μιλά

είναι μόνος, ειν’ θλιμμένος, δεν μαλώνει, δεν γελά.

Στων χειλιών του τις ρυτίδες λες κι η πίκρα κατοικεί

και το γέλιο δεν αφήνει να πετάξει ως εκεί.

 

Μες τη χαμηλή ταβέρνα όλοι φίλοι είμαστε εμείς

έλα κάθησε κοντά μας τον καημό σου να μας πεις.

Έλα σιωπηλέ μας ξένε, τι κι αν είμαστε φτωχοί

Τον καημό σου συμπονούμε γιατί έχουμε ψυχή.