Η ΚΙΘΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

                     

Την κιθάρα που ο πατέρας με νανούριζε μικρό

την ξεκρέμασα κι απόψε με παράπονο πικρό

για να πω ένα τραγουδάκι σε μια αγάπη μου παληά

και να κλάψω τα όνειρά μου που πετάξαν σαν πουλιά.

Την εκούρδισα να παίξω με παράπονο πικρό

την κιθάρα που ο πατέρας με νανούριζε μικρό.

 

Στο σκοτάδι γλυκά το παληό τ’ οργανάκι

μελαγχολικά με γεμίζει μεράκι

Τούς παλιούς μου καημούς τραγουδάω και κλαίω

τις καινούργιες χαρές στην κιθάρα μου λέω.

 

Κρεμασμένη στο πατάρι σκευρωμένη από καιρό

μοιάζει μ’ άψυχο κουφάρι και σαστίζω κι απορώ

Από πού ηχούν οι νότες η βελούδινη φωνή

η φωνή που τόσα χρόνια σαν παιδί με συγκινεί

Το οργανάκι το χαιδεύω και να παίζει το γρυκώ

την κιθάρα που ο πατέρας με νανούριζε μικρό.

 

Την κιθάρα που ο πατέρας με νανούριζε μικρό

θα την έχω αγκαλιά μου σαν θα μ’ εύρουνε νεκρό...